Φίλοι της λογοτεχνίας

2014-08-15 17:23

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΒΕΛΟΥΤΣΟ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

            Η γνωριμία μου με τον αγαπητό Κώστα Βελούτσο έγινε μέσα από τη λογοτεχνική μου ομάδα «Φίλοι Της Ελληνικής Λογοτεχνίας», στον κοινωνικό διαδικτυακό χώρο του Facebook.   Θα είμαι ειλικρινά πάντα ευγνώμων σε αυτό το μέσο κοινωνικής δικτύωσης, καθώς έγινε η αφορμή να γνωρίσω πολλούς και εξαιρετικούς ανθρώπους, συγγραφείς και μη, τους οποίους δε θα είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω διαφορετικά.
            Ένας εξαίρετος, λοιπόν, άνθρωπος και πολλά υποσχόμενος συγγραφέας είναι και ο Κώστας Βελούτσος, ο οποίος με έχει κερδίσει με την γραφή του, με την ειλικρίνεια, την ποιότητα και την ευγένειά του. Η κοινή μας καταγωγή, μια και κατά το ήμισυ κατάγομαι επίσης από τη Λέσβο, με χαροποίησε ιδιαίτερα και με παρότρυνε να ‘σκύψω’ περισσότερο πάνω από το έργο του.
Η ανάγνωση των τριών, έως τώρα, βιβλίων του, ενδυνάμωσε την πεποίθησή μου ότι πρόκειται για έναν ταλαντούχο συγγραφέα που έχει πολλά να μας ‘διηγηθεί’, με γραφή μεστή και περιεκτική, χωρίς ψεύτικους εντυπωσιασμούς, με φαντασία που προσδίδει πάντα ενδιαφέρουσα πλοκή στα μυθιστορήματά του, με πρόθεση να κεντρίσει τη σκέψη και τα συναισθήματα του κάθε αναγνώστη και όχι, απλά, να τον ψυχαγωγήσει κάποιες ώρες.
Τον ευχαριστώ θερμά για την παραχώρηση αυτής της συνέντευξης  στο ιστολόγιό μου, για την εμπιστοσύνη του, την θετική του αντιμετώπιση και το ενδιαφέρον του απέναντι στο ‘μεράκι’ μου που ονομάζεται «ερασιτεχνική ενασχόληση με τη λογοτεχνία». Του εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία σε κάθε του λογοτεχνική πρωτοβουλία και, ιδιαιτέρως, στο τελευταίο του μυθιστόρημα που κυκλοφορεί με τίτλο «Ζωή Από Το Θάνατο»!
 
1)     Πότε σου δημιουργήθηκε η παρόρμηση, πότε ένιωσες  την  ανάγκη να εκφραστείς μέσα από τη συγγραφή;
 
Από μικρός, βλέποντας κάποια γεγονότα και κάποιες καταστάσεις, θυμάμαι να λέω μέσα μου ότι αυτό θέλω να το γράψω, ή καλύτερα να το περιγράψω ως συμβάν και μόνο, βάζοντας μέσα σ’ αυτό ελάχιστα δικά μου στοιχεία. Έγραφα λοιπόν από τότε μικρά διηγήματα και, κάποιες φορές, επιχείρησα να γράψω ποιήματα.  Ωστόσο, ένα τυχαίο, θα έλεγα, περιστατικό αιφνιδιαστικά ξεσκέπασε την λατρεία μου, όπως τελικά αποδείχθηκε πως ήταν, της συγγραφής.  
Γράφοντας μια αναφορά προς την υπηρεσία μου, ζήτησα την βοήθεια της κόρης μου Χαράς, τελειόφοιτης τότε του Λυκείου, να της «ρίξει μια ματιά» για τυχόν λάθη, ή και δικές μου παραλείψεις σ’ αυτό που είχα γράψει. Τότε, εκείνη διαβάζοντάς το, μου είπε: «Το ξέρεις ότι γράφεις όμορφα;». Αυτό και μόνο που άκουσα, έφτανε για να ξυπνήσει εκείνο που είχα τόσα χρόνια καλά κρυμμένο μέσα μου. Αμέσως, την ίδια στιγμή,  ξεκίνησα να γράφω το «Σεργιάνι στη ζωή», που ήταν και το πρώτο μου μυθιστόρημα, και από τότε γράφω συνεχώς και, όπως είπα και πιο πάνω, η συγγραφή είναι κάτι που αγαπώ και λατρεύω.
  
2)    Γνωρίζω τα τρία μυθιστορήματά σου, το «Σεργιάνι Στη Ζωή», το  «Τελευταία Φορά» και το πρόσφατο, νέο σου μυθιστόρημα, «Ζωή Από Το Θάνατο». Το μυθιστόρημα είναι το μόνο λογοτεχνικό είδος με το οποίο ασχολείσαι, ή έχεις πειραματιστεί και με άλλα είδη;
 
Η αλήθεια είναι πως τον τελευταίο, περίπου, χρόνο γράφω, παράλληλα με τα μυθιστορήματα, και διηγήματα τα περισσότερα απ’ τα οποία έχουν ως φόντο  το νησί της Λέσβου απ’ όπου κατάγομαι και ζω. Όλα έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικές εφημερίδες του νησιού και, μελλοντικά, σκέφτομαι να τα εκδώσω. Διακαής πόθος μου είναι να πειραματιστώ γράφοντας ποιήματα, όπως, επίσης, και παιδικά μυθιστορήματα. Ελπίζω κάποια στιγμή να πραγματοποιήσω αυτές τις επιθυμίες μου και, δεν σου κρύβω, πως θα το ήθελα πολύ.  
 
3)    Πώς και πότε προτιμάς να συγγράφεις; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, τόπος ή γεγονός που να σε εμπνέει, ή είναι κάτι που ‘ρέει’ από μέσα σου αβίαστα συνεχώς;
 
Το πρώτο μου μυθιστόρημα, «Σεργιάνι Στη Ζωή», ξεκίνησα να το συγγράφω φθινόπωρο, κάπου προς το τέλος του Οκτώβρη. Αυτή η εποχή με ενέπνεε αρκετά και με βοηθούσε αφάνταστα στις σκέψεις μου. Επειδή, όμως, δεν είναι πάντα φθινόπωρο ή χειμώνας, αλλά υπάρχει η άνοιξη αλλά και το καλοκαίρι, κατάλαβα πως και σ’ αυτές τις εποχές η έμπνευση ρέει ασταμάτητα μέσα μου. Ενδεικτικά, να σου πω ότι το τελευταίο μου μυθιστόρημα «Κόκκινα Φεγγάρια» το ξεκίνησα τον περασμένο Ιούνιο για να το τελειώσω, μόλις, πριν από λίγες μέρες. Τους μήνες όμως, του φθινοπώρου δεν τους αλλάζω με καμιά άλλη εποχή του έτους, ως αναφορά στην συγγραφή. Ο τόπος όπου συγγράφω είναι ένας δικός μου χώρος, ανεξάρτητος από το υπόλοιπο σπίτι και το μέσον που χρησιμοποιώ είναι αποκλειστικά ο υπολογιστής. Η διάθεση πάντα υπάρχει μέσα μου, όπως τα γεγονότα και τα πρόσωπα από τα οποία αντλώ τις δικές μου λογοτεχνικές εικόνες.
 
4)    Πιστεύεις  ότι ο συγγραφέας πρέπει να έχει ένα επιστημονικό υπόβαθρο για να υποστηρίξει αυτή του την ιδιότητα, ή αρκεί το συγγραφικό ταλέντο; Εν ολίγοις, η συγγραφική ιδιότητα είναι, κατά τη γνώμη σου έμφυτη ή επίκτητη;
 
Πιστεύω πως τόσο το έμφυτο, όσο και το επίκτητο αρκούν για να δηλώσει κάποιος εμπράκτως την συγγραφική του ιδιότητα. Όμως, βάζω  πιο πάνω από το επίκτητο το έμφυτο, κρίνοντας από τον εαυτό μου, που δεν έχω κανένα απολύτως επιστημονικό υπόβαθρο. Από την άλλη, θεωρώ πως για να συγγράψει κάποιος ένα μυθιστόρημα και να δηλώσει ‘συγγραφέας’, δεν αρκούν μόνο οι επιστημονικοί του τίτλοι, αλλά όλα εκείνα που κουβαλάει μέσα του, όπως και οι εμπειρίες από τη ζωή του.  
 
5)    Ο συγγραφέας Κώστας Βελούτσος είναι και αναγνώστης; Ποιά λογοτεχνικά είδη επιλέγεις, συνήθως, ως αναγνώσματα και από ποιούς συγγραφείς έχεις, τυχόν, επηρεαστεί, ποιοί αποτελούν, ίσως, πρότυπο για σένα;
 
Αναγνώστης ήμουν και είμαι ελάχιστα πια, κι όλα αυτά πριν ξεκινήσω την δική μου συγγραφή. Σε καμιά, όμως, περίπτωση δεν υπήρξα ποτέ «βιβλιοφάγος». Τα λογοτεχνικά βιβλία, όπως τα μυθιστορήματα,  είναι αυτά που επέλεγα να διαβάσω. Οι αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι η Ευγενία Φακίνου, που μ’ αρέσει καταπληκτικά, όπως και ο Μένης Κουμανταρέας, χωρίς να θεωρώ ότι επηρεάστηκα απ’ αυτούς τους δύο. Τους τελευταίους μήνες διάβασα Πλάτωνα και ειδικότερα τα έργα του: «Γοργία», το «Συμπόσιο» και τον«Φαίδωνα» και μέσα απ’ αυτά πήρα αρκετά πολύτιμα στοιχεία που με βοήθησαν για να συγγράψω το τρίτο μου μυθιστόρημα «Ζωή Από Τον Θάνατο». Όσο για τα πρότυπα που με ρωτάς,  οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς θα πρέπει να είναι για όλους μας πρότυπα.  
 
6)    Από πού αντλείς τις ιδέες σου για τα μυθιστορήματα που γράφεις και τι είδους έρευνα κάνεις συνήθως πριν, ή κατά τη διάρκεια της συγγραφής ενός βιβλίου σου; Έχεις ποτέ επηρεαστεί από προσωπικά σου βιώματα, ή τα βιβλία σου είναι καθαρά προϊόν φαντασίας;
 
Η καθημερινότητα, η ζωή στην πόλη της Μυτιλήνης, η δουλειά μου στην Πυροσβεστική που μου δίνει απίστευτη ενέργεια και η ζωή είναι τα δικά μου … ‘μυστικά’ και από εκεί αντλώ τις ιδέες για τα μυθιστορήματα που γράφω. Το κυριότερο, όμως, όλων είναι εκείνο που λαμβάνω από έναν φίλο μου και από τις κουβέντες που κάνουμε για διάφορα θέματα. Συνήθως δεν κάνω έρευνα τουλάχιστον στην αρχική φάση του βιβλίου, αν όμως χρειαστεί συμβουλεύομαι φίλους, γνώστες του θέματος που συγγράφω στην παρούσα στιγμή, κι αν χρειαστεί βιβλιογραφία, ευτυχώς, υπάρχει στην πόλη μας Δανειστική Βιβλιοθήκη, απ’ όπου παίρνω βιβλία.
Όλα τα βιβλία μου είναι προϊόντα μυθοπλασίας και οι ήρωες φανταστικά πρόσωπα. Όλοι τους, όμως, έχουν κάτι ελάχιστο από μένα χωρίς να με αντιπροσωπεύει κάποιος από τους ήρωες εξ’ ολοκλήρου. Θέλω τα βιβλία που γράφω να έχουν κάτι δικό μου, ένα απλό στοιχείο, εκτός βέβαια από την ψυχή μου που θεωρώ ότι υπάρχει σ’ όλα, με πρώτο και καλύτερο το «Σεργιάνι Στη Ζωή».
 
7)    Από όσο ξέρω, ζεις και εργάζεσαι στη Λέσβο και απασχολείσαι στην Πυροσβεστική. Πόσο εύκολο είναι για σένα να συνδυάζεις την απαιτητική σου εργασία, την οικογένειά σου και τη συγγραφή ταυτόχρονα;
 
Ζω κι εργάζομαι στην πόλη της Μυτιλήνης, την οποία λατρεύω. Είναι μια πόλη απίστευτα όμορφη, «λογοτεχνική», όπως άλλωστε και όλο το νησί της Λέσβου. Το επάγγελμά μου είναι πυροσβέστης, κάτι που επίσης αγαπώ, γι’ αυτό εξακολουθώ να είμαι ακόμα εν ενεργεία θέλοντας να προσφέρω στον συνάνθρωπό μου, όσο ακόμα έχω τις δυνάμεις να το κάνω.  Θα πω εκείνο που αναφέρω συνεχώς στους τριγύρω μου,  και σ’ αυτήν την συνέντευξη. Αν αγαπάς κάποια πράγματα πολύ, βρίσκεις το χρόνο για να τα συνδυάσεις, όπως και να ‘μοιραστείς’ μαζί τους.
Αυτό, που με ρωτάς στο δεύτερο σκέλος, δεν σου κρύβω πως όταν το άκουγα να το λένε πριν το βιώσω εγώ ο ίδιος, δεν συμφωνούσα και το θεωρούσα αδύνατο να συμβεί. Είναι όμως πολύ σωστό. Αγαπώ εξίσου την οικογένειά μου, την δουλειά μου και την συγγραφή, κι έτσι όλα είναι εύκολα κι απλά.  Όπως, ακριβώς, αγαπώ και τα βιβλία μου, που τα θεωρώ δικά μου ‘παιδιά’.  
 
8)   Στο τελευταίο σου βιβλίο, το «Ζωή Από Το Θάνατο», ασχολείσαι με ένα εντελώς διαφορετικό αντικείμενο, το μεταφυσικό στοιχείο και τη μετεμψύχωση. Πόσο δύσκολο ήταν για σένα αυτό;  Πιστεύεις πως ένας συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη  λογοτεχνίας;
 
Το τρίτο μου κατά σειρά βιβλίο, το «Ζωή Από Τον Θάνατο» είναι ένα μεταφυσικό μυθιστόρημα αρκετά διαφορετικό από τα υπόλοιπα, μιας και είχε να κάνει με τη ζωή, αλλά και τον θάνατο.  Το θέμα του είναι δύσκολο και σε πολλούς αναγνώστες προκαλεί έναν φόβο, ίσως και μόνο από τον τίτλο του. Εκείνο που θέλησα εγώ να περάσω μέσα από τις σελίδες του ήταν η ελπίδα για τη ζωή. Πιστεύω πως τίποτα δεν χάνεται, τίποτα δεν πεθαίνει αν υπάρχει ζωντανό για πάντα μες στην σκέψη μας.  Δεν ήταν καθόλου δύσκολο για μένα και χαίρομαι που κατάφερα να το συγγράψω διότι, παράλληλα, διάβασα αρκετά βιβλία, κατ’ αρχήν του Πλάτωνα, που πίστευε στην μετεμψύχωση, όπως και κάποια άλλα των, λεγόμενων, ‘ανατολικών θρησκειών’, που επίσης πιστεύουν σ’ αυτό. Σαφώς κι ένας συγγραφέας πρέπει να καταπιάνεται με διάφορα είδη της λογοτεχνίας και με πολλά θέματα και όχι με αυτά που πουλάνε, τα «πιασάρικα» κοινώς, τα οποία δυστυχώς κατακλύζουν τα ράφια στα βιβλιοπωλεία.
  
9)    Ποια είναι τα μηνύματα που θέλεις συνήθως να περάσεις μέσα από τα βιβλία σου στους αναγνώστες; Πιστεύεις πως η λογοτεχνία θα έπρεπε να προβληματίζει τους αναγνώστες ‘κεντρίζοντας’ τη σκέψη τους, ή ο σκοπός της θα έπρεπε να είναι καθαρά ψυχαγωγικός;
 
Τα μηνύματα που θέλω να περάσω μέσα από τα βιβλία μου στους αναγνώστες ποικίλουν. Θ’ αναφέρω κάποια απ’ αυτά όπως της αγάπης, της ελπίδας αλλά και της ζωής.  Είναι όμως σκοπός μου, και σου το δηλώνω αυτό, πως επιθυμώ κλείνοντας και τελειώνοντας ο αναγνώστης ένα δικό μου βιβλίο, αφενός να του αφήσει μια όμορφη ‘γεύση’ και, αφετέρου, κάτι να του μείνει μες στο μυαλό του.  Κυκλοφορούν εκατοντάδες τίτλοι βιβλίων και η επιλογή είναι, καθαρά, στο χέρι του αναγνώστη. Θέλει κάτι ανάλαφρο για ψυχαγωγικούς λόγους και μόνο, ή κάτι άλλο πιο «βαρύ», που θα τον προβληματίσει και θα του κεντρίσει την σκέψη του; Η δική μου άποψη είναι πως η λογοτεχνία και οι συγγραφείς θα πρέπει να μπορούν να συνδυάζουν και τα δυο μέσα σ’ ένα βιβλίο, δίνοντας όμως λίγο παραπάνω βάρος στον προβληματισμό των αναγνωστών.
 
10)   Έχοντας ήδη διαβάσει τα τρία μυθιστορήματά σου, περιμένω εναγωνίως το επόμενο, το οποίο, απ’ όσο γνωρίζω,  τιτλοφορείται «Κόκκινα Φεγγάρια». Πριν σε ευχαριστήσω που απάντησες στο ερωτηματολόγιό μου και πριν σου ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία, θα ήθελες να μας πεις λίγα πράγματα για το νέο σου βιβλίο;
 
               Ειλικρινά, σε ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία να μιλήσω για μένα και για τα βιβλία μου. Τέτοιου είδους ευκαιρίες σπανίζουν και, ειδικότερα, στην επαρχία κι αυτό είναι το δικό μου παράπονο από τους υπεύθυνους τους τόπου μου.  Αλλά, αυτό είναι ένα άλλο -μεγάλο- θέμα που πιστεύω ότι συμβαίνει σ’ όλα τα μήκη και πλάτη του Ελλαδικού πολιτισμού μας. Ανέκαθεν και ψηλά στις προτιμήσεις μας σε όλες τις μορφές της τέχνης, ήταν αυτό που πουλάει γενικώς ,ή το ‘πρώτο όνομα της μαρκίζας’, αδυνατώντας να δούμε το «καινούριο», ή το «δικό» μας. 
           
              «Κόκκινα Φεγγάρια» λοιπόν, σαν κι αυτά του Αυγούστου, και ένα απ’ τα οποία προσφάτως  θαυμάσαμε με τη  φωτεινή πανσέληνο. Είναι ένα μυθιστόρημα που πριν από λίγες μέρες ολοκλήρωσα και ανυπομονώ να το κρατήσω στα χέρια μου σε μορφή βιβλίου. Ένα ακόμα παιδί μου λοιπόν, έξι στο σύνολο, κι εύχομαι να είμαι καλά, κατ’ αρχήν, για να γράψω κι άλλα. Το θέμα αυτού του μυθιστορήματος κινείται στο αστυνομικό και, λίγο, στο δικαστικό χώρο της λογοτεχνίας κι αν πιστέψω στα λόγια που μου είπε διαβάζοντάς το ο καλός μου φίλος, και τα οποία δεν έχω κανένα λόγο ν’ αμφισβητήσω, είναι πολύ όμορφο.
 
Υπόθεση του υπό έκδοση Μυθιστορήματός μου «Κόκκινα Φεγγάρια»:
 
              «Ένα παιδί, η Σοφία Παπαφωτίου, μεγαλώνει μέσα σε ιδρύματα, αφού εκεί την έχει παρατήσει η μητέρα της για να ελευθερωθεί και να αποποιηθεί το βάρος της, έτσι ώστε να συνεχίσει απερίσπαστη την δική της ζωή, που βουλιάζει στα βρώμικα υπόγεια του ασυναίσθητου έρωτα των μεγαλουπόλεων.  Η εκδίκηση ελλοχεύει στα σπλάχνα της Σοφίας και την εκδικείται μ’ έναν αλλιώτικο τρόπο «σκοτώνοντάς» την έξι φορές, όσα και τα χρόνια που έζησαν μαζί πριν την παραδώσει στα «ασφαλή» χέρια των ειδικών γυναικών που …ήξεραν πώς να την αναθρέψουν. Οι φίλοι της Σοφίας είναι τα κόκκινα φεγγάρια που ευκρινώς ζωγραφίζει πάνω σε χαρτιά,  βάφοντας όμως κατάμαυρο το φόντο τους, όπως ακριβώς ήταν και η δική της ζωή.
              Αυτά τα κόκκινα φεγγάρια θα φωτίσουν τον δρόμο της Σοφίας κάνοντάς τον κατακόκκινο από το αίμα άλλων γυναικών, οδηγώντας την όμως με ακρίβεια στα μονοπάτια της εκδίκησης για την μητέρα της.  Θα βρεθεί στα ίδια ίχνη μ’ αυτά του πατέρα της, του Ταξίαρχου της ΕΛ. ΑΣ. Λουκά Μαυρίδη, που στο πρόσωπό του η Σοφία θα βρει έναν σύμμαχο, όπως ακριβώς ήταν για την Σοφία ο Θωμάς Παπαφωτίου, που πίστεψε σ’ ένα ψέμα…».
 
                  Σε ευχαριστώ θερμά και πάλι, γι’ αυτή την συνέντευξη, Κλειώ.

 

Πηγή: http://filoithslogotexnias.blogspot.gr/2014/08/blog-post_14.html